ΕΜΦΥΛΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Εκτύπωση
( 0 Votes )
Συντάχθηκε απο τον/την administrator   
Πέμπτη, 29 Δεκέμβριος 2011 22:21
 
 
Έμφυλες διαστάσεις στην εκπαίδευση

Αυγή 29-12-2011

Στον σύγχρονο δυτικό κόσμο έχει επικρατήσει η αντίληψη ότι οι έμφυλες διακρίσεις στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού θεσμού έχουν εξαλειφθεί πλήρως και ότι οι μαθήτριες και οι μαθητές απολαμβάνουν τα ίδια εκπαιδευτικά προνόμια ανεξάρτητα από το φύλο, τη φυλή, τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταξική τους προέλευση.

Μάλιστα, συχνά, τα κορίτσια τοποθετούνται στην «πρωτοπορία» της εκπαιδευτικής διαδικασίας, αφού εμφανίζονται να ξεπερνούν τα αγόρια στις σχολικές επιδόσεις σε όλα τα μαθήματα. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, η ανδρική κυριαρχία στην εκπαίδευση αποτελεί ένα φαινόμενο ιστορικά ξεπερασμένο.

Αυτή η άποψη αμφισβητείται από τη φεμινιστική εκπαιδευτική έρευνα και την πλειοψηφία επιστημονικών μελετών σε σχέση με θέματα κοινωνικού φύλου: υποστηρίζεται ότι το σχολείο τείνει να αντανακλά αλλά και να αναπαράγει την ανισότητα των φύλων και την ανδρική κυριαρχία. Τα στερεότυπα και οι ρόλοι των φύλων που εμφανίζονται στο σχολείο είναι δυνατό να εκδηλωθούν ακόμα πιο έντονα απ' ό,τι στην υπόλοιπη κοινωνία. Τα στερεότυπα αυτά συντηρούνται και τροφοδοτούνται μέσω της διδασκαλίας και της κοινωνικοποίησης στο σχολείο.

Στο σημερινό Εντός Φύλου παραθέτουμε το κείμενο της Αλεξάνδρας Βασιλοπούλου, λέκτορος στο Τμήμα Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 
Επιμέλεια: Μαρία Βλαδιμήροβιτς

Φύλο και εκπαίδευση
  

 

  

 

Της Αλεξάνδρας Βασιλοπούλου*

 

 

Εκπαιδευτικοί φεμινισμοί

Η μελέτη του φύλου και της εκπαίδευσης έχει επηρεαστεί από διαφορετικές εκφάνσεις της φεμινιστικής σκέψης, οι κυριότερες εκ των οποίων είναι οι εξής: ο φιλελεύθερος φεμινισμός, ο μαρξιστικός-σοσιαλιστικός φεμινισμός, ο ριζοσπαστικός φεμινισμός και οι μετα-στρουκτουραλιστικές και μεταμοντέρνες φεμινιστικές προσεγγίσεις. Κοινός τους τόπος είναι ότι υπάρχει ανισότητα σε βάρος των γυναικών, αλλά κάθε μορφή φεμινισμού εντοπίζει αλλού τα αίτια του προβλήματος και κατʼ επέκταση τις πιθανές λύσεις του.

Στο πλαίσιο του φιλελεύθερου φεμινισμού διατυπώνονται επιχειρήματα για τη διασφάλιση ίδιων δικαιωμάτων και ισότητας των δύο φύλων (λ.χ. δικαίωμα ψήφου). Οι λύσεις που δίνονται για την ανισότητα εντοπίζονται εντός του συστήματος και είναι η νομική κατοχύρωση και η εξασφάλιση τυπικής ισότητας ευκαιριών στην εκπαίδευση. Στόχο της εκπαίδευσης αποτελεί η προσωπική ολοκλήρωση ανεξαρτήτως φύλου, ενώ συχνή είναι η ενθάρρυνση κοριτσιών να ακολουθήσουν μη παραδοσιακά επαγγέλματα. Πρόκειται για ρεύμα με συγκεκριμένες αλλά όχι ιδιαίτερα ριζοσπαστικές θέσεις: δεν προτείνεται αλλαγή του υφιστάμενου εκπαιδευτικού συστήματος αλλά βελτιωτικές δράσεις.

Ο μαρξιστικός-σοσιαλιστικός φεμινισμός εντοπίζει το πρόβλημα στην ίδια την κοινωνία, στην κοινωνική ανισότητα που υπάρχει στον καπιταλισμό. Ο καπιταλισμός είναι η αιτία πολλών προβλημάτων, συμπεριλαμβανομένης της καταπίεσης των γυναικών, του ρατσισμού, της φτώχειας κ.λπ. Αυτό που έχει σημασία για τις μαρξίστριες φεμινίστριες είναι η συνολική αλλαγή της κοινωνίας. Δύο βασικές θέσεις τους είναι ότι φύλο και κοινωνική τάξη είναι αδιαχώριστα, καθώς και ότι υπάρχει αναλογία ανάμεσα στα συστήματα πατριαρχίας και καπιταλισμού παρʼ ότι απαρτίζονται από διαφορετικές δομές. Το σχολείο συνεπώς αναπαράγει τις σχέσεις μεταξύ κοινωνικών τάξεων, κοινωνικού φύλου και καπιταλισμού.

Σύμφωνα με τον ριζοσπαστικό φεμινισμό, η καταπίεση των γυναικών οφείλεται στην πατριαρχία, το καθεστώς δηλαδή της ανδρικής κυριαρχίας που διαχέεται σε όλα τα επίπεδα, από την εκπαίδευση και την πολιτική μέχρι τις σεξουαλικές σχέσεις και δεν εντοπίζεται μόνο στις καπιταλιστικές κοινωνίες. Σύμφωνα με τις ριζοσπαστικές φεμινίστριας το πατριαρχικό καθεστώς είναι που πρέπει να ανατραπεί. Υποστηρίζουν ότι το σχολείο δεν είναι ουδέτερο αλλά αναπαράγει τις πατριαρχικές δομές της ευρύτερης κοινωνίας, ενώ ασκούν κριτική στο σύστημα συνεκπαίδευσης. Αντίθετα με τις φιλελεύθερες φεμινίστριες, οι ριζοσπάστριες υποστηρίζουν την κατάργηση του υπάρχοντος εκπαιδευτικού θεσμού και την εκ νέου δόμησή του.

Οι μετα-στρουκτουραλιστικές και οι μεταμοντέρνες φεμινιστικές προσεγγίσεις δεν έχουν τόσο ξεκάθαρες γενικές αρχές όσο οι τρεις προηγούμενες. Συγκλίνουν στη χρήση της αποδόμησης ως βασικού εργαλείου, ασκούν κριτική στο διχοτομικό μοντέλο «ανδρικό»-«γυναικείο» και μελετούν το φύλο ως συνεχές και όχι ως διπολικό σχήμα. Η συγκρότηση ταυτοτήτων στο σχολείο γίνεται σε χρονικά, χωρικά και πολιτισμικά πλαίσια, στα οποία και αναλύεται. Η πορεία όμως της φεμινιστικής σκέψης δεν μπορεί να ιδωθεί ξέχωρα από τις διεκδικήσεις των δικαιωμάτων στην εκπαίδευση, όπως καταγράφονται στην ιστορία και παρουσιάζονται παρακάτω.

 

Ιστορία του φύλου στην εκπαίδευση

Οι γυναίκες στην Ευρώπη αρχίζουν να διεκδικούν το δικαίωμά τους στη μόρφωση κατά τον 19ο αιώνα. Έντονος είναι στην αρχή ο διαχωρισμός των φύλων στο σχολείο με χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Βικτωριανής εποχής, όπου οι λέξεις «κορίτσια» και «αγόρια» ήταν σκαλισμένες στον τοίχο στις δύο διαφορετικές εισόδους των αγγλικών σχολείων. Tο δικαίωμα φοίτησης των Ελληνίδων στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση κατοχυρώνεται νομοθετικά με το διάταγμα του 1834. Η εκπαίδευσή τους όμως περιλαμβάνει πιο απλοποιημένα μαθήματα ενώ απαγορεύεται η συνεκπαίδευση. Στόχος της εκπαίδευσης των κοριτσιών εκείνα τα χρόνια δεν είναι η επαγγελματική αποκατάσταση αλλά η «ηθικοποίησή» τους και η προετοιμασία για την επιτέλεση παραδοσιακών γυναικείων ρόλων ως μελλοντικές σύζυγοι και μητέρες. Η Μέση εκπαίδευση των κοριτσιών καλύπτεται από τα Παρθεναγωγεία με σκοπό να «καταστήσουν τας παιδευομένας καλάς θυγατέρας και οικοδεσποίνας». Το 1886 εγγράφεται στο ελληνικό πανεπιστήμιο η πρώτη γυναίκα, και αργότερα πρώτη υποψήφια υφηγήτρια στην ιατρική σχολή, η Αγγελική Παναγιωτάτου. Η είσοδός της συνοδεύεται από προπηλακισμούς από καθηγητές και φοιτητές: «Σκούπα και φαράσι!... Στην κουζίνα στην κουζίνα!...». Το 1894 εγγράφεται η πρώτη γυναίκα σπουδάστρια στη Σχολή Καλών Τεχνών του Πολυτεχνείου, ενώ το 1901 εισάγονται οι πρώτες γυναίκες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Στις αρχές του 20ού αιώνα υπήρχαν μόνο δύο επιλογές εκπαίδευσης -για τα κορίτσια ανώτερων στρωμάτων- στην Ελλάδα: η «γενική διακοσμητική εκπαίδευση» ή το επάγγελμα δασκάλας. Σε έρευνα για τη μαθητική διαρροή στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία του 1960 παρατηρείται εγκατάλειψη της στοιχειώδους εκπαίδευσης για το μεγάλωμα μικρότερων μελών οικογένειας, για βοήθεια στο νοικοκυριό αλλά και για είσοδο στην εργασία. Αντίθετα η προσοχή της οικογένειας εστιαζόταν στην εκπαίδευση των αγοριών. Κατά τη δεκαετία του 1970 παρατηρείται αύξηση της συμμετοχής των Ελληνίδων στην εκπαίδευση, ενώ το 1979 καταργείται η αμιγής και καθιερώνεται η μικτή εκπαίδευση.

Την τελευταία τριακονταετία η εκπαίδευση τόσο των κοριτσιών όσο και των αγοριών στην Ελλάδα βελτιώνεται. Στο πλαίσιο νεοϊδρυθέντων κατά τη δεκαετία του 1980 ειδικών φορέων και πανεπιστημίων οργανώνεται η εκπαιδευτική έρευνα του φύλου, διοργανώνονται σχετικά συμπόσια και συνέδρια, ενώ το πρώτο πρόγραμμα γυναικείων σπουδών λειτουργεί στο ΑΠΘ το 1989. Την τελευταία δεκαετία πραγματοποιούνται συντονισμένες προσπάθειες προώθησης ζητημάτων φύλου και ισότητας, όπως προγράμματα ευαισθητοποίησης εκπαιδευτικών και παρεμβατικά μαθήματα. Με τη σταδιακή αύξηση του ποσοστού συμμετοχής των κοριτσιών και γυναικών στην ελληνική εκπαίδευση καταλήγουμε στη σημερινή αριθμητική υπεροχή τους σε όλες τις βαθμίδες. Παρά την αύξηση της εκπαιδευτικής συμμετοχής των γυναικών στις αναπτυγμένες δυτικές χώρες, παρατηρούνται παγκοσμίως υψηλά ποσοστά γυναικείου αναλφαβητισμού: Τα δύο τρίτα των αναλφάβητων παγκοσμίως είναι γυναίκες. Στην Ινδική Υποήπειρο, στην Υποσαχάρια Αφρική και την ευρύτερη περιοχή της Ινδίας μόνο το 3-4% των νεαρών γυναικών είναι εγγεγραμμένες στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

 

Επίδοση, εκπαιδευτικές εμπειρίες και πρακτικές

Στην Ελλάδα τα κορίτσια βελτιώνουν τα τελευταία χρόνια τις σχολικές τους επιδόσεις και εμφανίζουν μεγαλύτερο ποσοστό εισαγωγής στην ανώτατη εκπαίδευση. Όμως οι επιλογές των πανεπιστημιακών σχολών και των επαγγελμάτων τους παραμένουν παραδοσιακές, ενώ δεν έχουν ανάλογες φιλοδοξίες και επιτυχίες στον επαγγελματικό τομέα. Στις νεότερες κατηγορίες του πληθυσμού ηλικίας 20-34 οι γυναίκες έχουν υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης από τους συνομήλικους άνδρες αλλά και από τις προηγούμενες γενιές γυναικών, σύμφωνα με στοιχεία απογραφής της ΕΣΥΕ του 2001. Συστηματικές έρευνες της επίδοσης στη Βρετανία το 1970 και 1980 έδειξαν χαμηλή επίδοση των κοριτσιών, ενώ κατά τη δεκαετία του 1990 και 2000 έφεραν στην επιφάνεια ένα σαφές προβάδισμα των κοριτσιών. Τούτο δε σημαίνει ότι δεν παρατηρείται παράλληλη αύξηση της επίδοσης των αγοριών ή ότι η επίδοση είναι εξίσου υψηλή σε όλα τα κορίτσια ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης, φυλής κ.λπ. Γενικότερα, παρατηρείται αύξηση στις επιδόσεις των κοριτσιών παγκοσμίως. Τα κορίτσια σήμερα έχουν σαφώς καλύτερες επιδόσεις από τα αγόρια στην ανάγνωση, ενώ τα αγόρια φαίνεται να έχουν ένα μικρό προβάδισμα στα μαθηματικά και ένα ελάχιστο προβάδισμα στις φυσικές επιστήμες.

Υπάρχουν τρεις διαφορετικές ερμηνείες της διαφοράς επίδοσης ανάμεσα στα δύο φύλα, όπως σχηματοποιούνται από τις Francis και Skelton (2005): Μια πρώτη, ουσιοκρατική εξήγηση με ανεπαρκείς αποδείξεις, είναι ότι τα δύο φύλα διαφέρουν βιολογικά ως προς τους τρόπους μάθησης. Μια δεύτερη, αντι-φεμινιστική ερμηνεία, είναι ότι η εκπαίδευση έχει υποστεί «θηλυκοποίηση» μέσω παιδο-κεντρικών προοδευτικών παιδαγωγικών, με αρνητικές συνέπειες στην επίδοση των αγοριών. Λύση που ήδη εφαρμόζεται, θεωρείται η πρόσληψη περισσότερων ανδρών στην εκπαίδευση, η «αρρενοποίηση» των αναλυτικών προγραμμάτων και των τρόπων αξιολόγησης και η καλλιέργεια αντρικών προτύπων στις πρώτες εκπαιδευτικές βαθμίδες. Τρίτη εξήγηση είναι ότι τα ίδια τα παιδιά κατασκευάζουν το φύλο με τέτοιον τρόπο που έχει συνέπειες στην επίδοσή τους. Οι φεμινίστριες και οι θεωρητικοί της κοινωνικής κατασκευής υποστηρίζουν ότι η «μάγκικη» συμπεριφορά των αγοριών συγκρούεται με τη σχολική ζωή (π.χ. την ιδέα της συνεργασίας ή την αναζήτηση βοήθειας με ερωτήσεις) και εμποδίζει τη διαδικασία της μάθησης. Έρευνες δείχνουν όμως ότι η επίδοση των αγοριών βελτιώνεται σε σχολεία όπου οι έμφυλες κουλτούρες είναι λιγότερο έντονες.

Παρά τη βελτίωση της επίδοσης των κοριτσιών, η αντιμετώπιση που δέχονται στο σχολείο, οι απόψεις και η ερμηνεία της συμπεριφοράς τους από τους/τις εκπαιδευτικούς ελάχιστα έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια. Οι λεκτικές παρεμβάσεις κοριτσιών ερμηνεύονται ως επιθετική συμπεριφορά και αποθαρρύνονται ή υποτιμούνται, ενώ αντίστοιχες συμπεριφορές από αγόρια αντιμετωπίζονται ως ευγλωττία και επιβραβεύονται. Πλήθος ερευνών έχουν δείξει ότι τα αγόρια συνεχίζουν να κυριαρχούν και να τραβούν την προσοχή των εκπαιδευτικών στη σχολική τάξη. Όμως αυτό δε σημαίνει ότι όλες οι μαθήτριες και οι μαθητές συμπεριφέρονται στερεοτυπικά σύμφωνα με το φύλο τους: Συνήθως δύο ή τρία αγόρια σε κάθε τάξη είναι τα πιο ενεργά: υπάρχουν και σιωπηλά αγόρια, ενώ κάποιες μαθήτριες εμφανίζονται πολύ πιο ενεργητικές από τους συμμαθητές τους. Επιπλέον, τα αγόρια και τα κορίτσια διαχωρίζονται συχνά κατά φύλο στις πρώτες σχολικές τάξεις: στα φύλλα ελέγχου και τα βαθμολόγια κατʼ εντολή των σχολικών διευθύνσεων, σε αμιγείς ως προς το φύλο ομάδες εργασίας κατʼ εντολή των εκπαιδευτικών, σε σειρές θρανίων και σε γραμμές στο προαύλιο με πρωτοβουλία των ίδιων των παιδιών. Το να καθίσουν μαζί αγόρια και κορίτσια χρησιμοποιείται ορισμένες φορές από τους δασκάλους σαν απειλή (στο ίδιο).

 

Αναλυτικό πρόγραμμα και στερεότυπα του φύλου

Στο ελληνικό σχολείο το επίσημο αναλυτικό πρόγραμμα δεν διαφέρει κατά φύλο. Εντούτοις, οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί αλλά και οι μαθητές/τριες τείνουν να κάνουν διαχωρισμό των μαθημάτων σε «ανδρικά» και «γυναικεία», χαρακτηρίζοντας έτσι τα θετικά και τα θεωρητικά μαθήματα αντίστοιχα. Επίσης οι θετικές επιστήμες, όπως διδάσκονται στα περισσότερα σχολεία χαρακτηρίζονται από έντονο ανδροκεντρισμό.

Έρευνες του περιεχομένου των σχολικών βιβλίων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό στο τέλος του 1970 και στις αρχές του 1980, έδειξαν ότι αναπαράγονται παραδοσιακά στερεότυπα για τα δύο φύλα και οι γυναικείοι χαρακτήρες είναι ανύπαρκτοι ή εντελώς ασήμαντοι. Σε ανάλυση παιδικών αναγνωσμάτων του νηπιαγωγείου στα μέσα της δεκαετίας του 1980 αναφέρεται ότι ο κεντρικός ήρωας είναι συνήθως κάποιο δραστήριο αγόρι, οι οικογενειακοί ρόλοι είναι παραδοσιακοί και οι γυναικείοι χαρακτήρες εμφανίζονται γενικότερα ως στοργικοί και εξαρτημένοι, ενώ οι ανδρικοί είναι επινοητικοί, περίεργοι, δημιουργικοί κ.λπ.

Η αλλαγή των ελληνικών σχολικών βιβλίων κατά τη δεκαετία του 1980 είχε στόχο τη συμμετρική αναπαράσταση των δύο φύλων και τον περιορισμό της στερεοτυπικής τους απεικόνισης. Η Φρειδερίκου (1995) στην ανάλυση δεκατεσσάρων τευχών γλωσσικής διδασκαλίας του δημοτικού που χρησιμοποιήθηκαν από το 1984 και μετά, εντοπίζει προοδευτικά οικογενειακά πρότυπα μόνο στο πρώτο τεύχος. Παρά την εισαγωγή περισσότερων θετικών εικόνων για τις γυναίκες τη δεκαετία του 1990, τα έμφυλα στερεότυπα παραμένουν σε ό,τι αφορά στις σχέσεις μεταξύ χαρακτήρων, στις μεταφορές που χρησιμοποιούνται κ.λπ.

Η μελέτη του κρυφού αναλυτικού προγράμματος αποκαλύπτει επίσης ενίσχυση και αναπαραγωγή έμφυλων στερεοτύπων μέσα από προσδοκίες, απόψεις εκπαιδευτικών και ερμηνείες συμπεριφοράς. Αν και οι εκπαιδευτικοί σε ελληνικές έρευνες δηλώνουν ευαισθητοποιημένοι/ες σε θέματα φύλου, εμφανίζουν στερεότυπες αντιλήψεις σε επιμέρους ζητήματα. Για παράδειγμα, σε έρευνα των Σταυρίδου κ.ά. (1999) εκπαιδευτικοί και των δύο φύλων πιστεύουν ότι τα αγόρια είναι καλύτερα στις φυσικές επιστήμες, παρότι η επίδοσή τους στην πραγματικότητα δεν διαφέρει. Επίσης οι άνδρες εκπαιδευτικοί φαίνεται να υιοθετούν περισσότερο παραδοσιακές αντιλήψεις για το φύλο και τη θέση των γυναικών στην ελληνική κοινωνία.

Στην πράξη, οι εκπαιδευτικοί διαφοροποιούν και τη συμπεριφορά τους σύμφωνα με το φύλο των μαθητών/τριων. Η ελληνική και η ξενόγλωσση βιβλιογραφία επιβεβαιώνει ότι αφιερώνουν περισσότερο χρόνο και προσοχή σε αγόρια, προτιμούν να διδάσκουν αγόρια αλλά τα τιμωρούν πιο αυστηρά. Πολλοί εκπαιδευτικοί προτιμούν τα «αυστηρά συμμορφωμένα» κορίτσια, αλλά βρίσκουν πιο ενδιαφέρον να διδάσκουν αγόρια γιατί τα θεωρούν περισσότερο ικανά. Επίσης, τείνουν να αποδίδουν στερεοτυπικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας στα δύο φύλα.

Οι εκπαιδευτικοί έχουν διαφορετικές προσδοκίες για τα αγόρια και τα κορίτσια. Περιμένουν από τα αγόρια ότι θα ασκήσουν επαγγέλματα υψηλού κύρους και τα ενθαρρύνουν προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ προωθούν τα κορίτσια προς περισσότερο παραδοσιακά γυναικεία επαγγέλματα. Επιπλέον, αιτιολογούν τις επιδόσεις των μαθητών/τριων διαφορετικά: τα αγόρια, σύμφωνα με εκπαιδευτικούς, αποτυγχάνουν λόγω έλλειψης προσπάθειας, ενώ τα κορίτσια αποτυγχάνουν επειδή δεν είναι αρκετά ικανά όταν δέχονται τις καλές επιδόσεις των κοριτσιών, τις αποδίδουν στην αυξημένη προσπάθεια που καταβάλλουν, ενώ των αγοριών στις ιδιαίτερες νοητικές τους ικανότητες.

Τα σχολικά εγχειρίδια, οι στάσεις, η συμπεριφορά και τα στερεότυπα των εκπαιδευτικών επηρεάζουν, περιορίζοντας τα κορίτσια στην ανάληψη παραδοσιακών ρόλων. Ακόμα και η σύνθεση του εκπαιδευτικού προσωπικού στην οποία εκτίθενται τα παιδιά, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, επηρεάζει, διότι δεν παράγει αρκετά ισχυρά γυναικεία πρότυπα: οι γυναίκες κατέχουν θέσεις χαμηλότερου κύρους και υποαντιπροσωπεύονται στην εκπαιδευτική διοίκηση. Χαμηλό είναι και το ποσοστό γυναικών πανεπιστημιακών, ιδιαίτερα στις υψηλές βαθμίδες. Σχετικά μειωμένη είναι επίσης η συμμετοχή των γυναικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (ιδίως στις φυσικές επιστήμες). Αντίθετα παρατηρείται υπερσυγκέντρωση γυναικών στην προσχολική και πρωτοβάθμια.

 

"Κρίση του ανδρισμού" στην εκπαίδευση

Η «κρίση του ανδρισμού» αφορά την κατάργηση του παραδοσιακά ανδρικού ρόλου ως «στηρίγματος της οικογένειας» με την ολοένα μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας και την οικονομική συνεισφορά τους στο νοικοκυριό. Προέκταση της «κρίσης του ανδρισμού» στην εκπαίδευση θεωρείται η λεγόμενη «χαμηλή επίδοση των αγοριών» και έχει λάβει διαστάσεις ηθικού πανικού σε χώρες όπως η Βρετανία. Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν η «κρίση του ανδρισμού» έχει οδηγήσει σε έλλειψη αυτοπεποίθησης και κατʼ επέκταση στη «σχολική αποτυχία» ή είναι η υπερβολική αυτοπεποίθηση των αγοριών που οδηγεί στην αποτυχία.

Η αναπαραγωγή διαφορετικών ειδών ανδρισμού συνδέεται με την κοινωνική τάξη και τη σεξουαλικότητα σύμφωνα με τον Mac an Ghaill (1994) σε έρευνα σε βρετανικό λύκειο. Δύο ενδεικτικές κατηγορίες αρσενικών μαθητικών ταυτοτήτων που διακρίνει είναι τα «μάτσο» αγόρια -λευκά αγόρια εργατικής τάξης που αντιμάχονται τη σχολική εξουσία και περιφρονούν τη μάθηση- και οι «καλοί μαθητές». Τα «μάτσο» αγόρια βιώνουν την «κρίση του ανδρισμού» μια και τα χειρωνακτικά, ανειδίκευτα επαγγέλματα που παλαιότερα καθόριζαν το μέλλον τους δεν είναι πλέον διαθέσιμα. Οι «καλοί μαθητές», εργατικής προέλευσης αλλά με αυτοπεποίθηση στη σχολική καριέρα, αναπτύσσουν «θηλυκές» ανδρικές ταυτότητες και είναι αποδέκτες εκφοβισμού και κοροϊδίας των συμμαθητών τους.

Ειδικότερα το ελληνικό σχολείο έχει, μέχρι σήμερα, έντονα στοιχεία ανδροκεντρισμού και σεξισμού. Η κανονικότητα του φύλου στο σχολείο κατασκευάζεται μέσα από την πραγμάτωση ετεροφυλοφιλικών ταυτοτήτων: τα ίδια τα αγόρια της ομάδας ομηλίκων ελέγχουν την ετεροσεξουαλικότητα των συμμαθητών τους και στιγματίζουν τα κορίτσια και τους «όχι-άνδρες» μέσα από σεξιστικές και ομοφοβικές πράξεις. Μια πιθανή λύση κατά της ομοφοβίας είναι η οικοδόμηση διαφορετικών μορφών ανδρισμού στο σχολείο. Επίσης απαραίτητη για την αντιμετώπιση των ανισοτήτων είναι η επιμόρφωση εκπαιδευτικών στη φεμινιστική παιδαγωγική, ώστε να είναι σε θέση να ευαισθητοποιούνται και να παρεμβαίνουν σε εκδηλώσεις σεξισμού και αναπαραγωγής στερεοτύπων.

 

* Αναδημοσίευση από τη ΦυλοΠαιδεία (www.thefylis.uoa.gr), ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια για θέματα φύλου. Για το πλήρες κείμενο της δημοσίευσης, με βιβλιογραφικές αναφορές, υποσημειώσεις, σχόλια και προτεινόμενη βιβλιογραφία ανατρέξτε στην ιστοσελίδα της ΦυλοΠαιδείας, στην κατηγορία «Φύλο, κοινωνικοί θεσμοί και επαγγέλματα».